επευφημία

ουσιαστικό

1. Ένθερμη και θορυβώδης εκδήλωση επιδοκιμασίας, θαυμασμού ή ενθουσιασμού, συνήθως από συγκεντρωμένο πλήθος με ζητωκραυγές ή χειροκροτήματα.

2. Δημόσιος έπαινος ή ομόφωνη έκφραση αποδοχής και θαυμασμού.

Συνώνυμα

ζητωκραυγή επευφήμηση επιδοκιμασία αποθέωση ιαχή χειροκρότημα έπαινος εγκώμιο εξύμνηση πανηγυρισμός διθύραμβος αλαλαγμός επιβράβευση δοξολογία παραλήρημα

Αντώνυμα

αποδοκιμασία γιουχάισμα γιούχα κατακραυγή χλευασμός ψόγος μομφή επίκριση λοιδορία κατάκριση σφύριγμα μέμψη

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πρωθυπουργός έγινε δεκτός με θερμές επευφημίες από το συγκεντρωμένο πλήθος έξω από το δημαρχείο.
  • Η ανακοίνωση της νίκης προκάλεσε ξέφρενες επευφημίες στις κερκίδες του σταδίου.
  • Ο καλλιτέχνης υποκλίθηκε στο κοινό υπό τους ήχους ασταμάτητων επευφημιών.
  • Η πρόταση έγινε δεκτή με επευφημία και χωρίς καμία αντίρρηση από τα μέλη της συνέλευσης.