επιβαρυντικός

επίθετο

1. Που καθιστά βαρύτερη την ευθύνη, την κατηγορία ή την ποινή κάποιου, ιδίως σε δικαστικό πλαίσιο.

2. Που προκαλεί πρόσθετο βάρος, κόπωση, δυσχέρεια ή φθορά.

Συνώνυμα

ενοχοποιητικός επαχθής δυσμενής επιζήμιος βλαπτικός βλαβερός δυσχεραντικός αρνητικός ελαφρυντικός καταδικαστικός καταπονητικός πιεστικός δυσβάστακτος ασύμφορος επικίνδυνος

Αντώνυμα

ελαφρυντικός απαλλακτικός αθωωτικός ευνοϊκός ανακουφιστικός ευεργετικός ωφέλιμος βοηθητικός λυτρωτικός

Παραδείγματα χρήσης

  • Η προμελέτη της πράξης λειτούργησε ως επιβαρυντική περίσταση για την τελική ποινή.
  • Τα νέα στοιχεία που κατέθεσε ο μάρτυρας ήταν άκρως επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο.
  • Το χρόνιο άγχος και η κακή διατροφή αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες για την καρδιαγγειακή υγεία.
  • Η λειτουργία του κινητήρα σε τόσο υψηλές θερμοκρασίες έχει επιβαρυντικές συνέπειες στη διάρκεια ζωής του.