επιλήψιμος

επίθετο

1. Αυτός που επιδέχεται ή αξίζει επίκριση, μομφή ή κατάκριση· αξιοκατάκριτος, μεμπτός.

2. Που αντίκειται στους κανόνες της ηθικής, της δεοντολογίας ή του νόμου· ύποπτος, παράτυπος ή κολάσιμος.

Συνώνυμα

κατακριτέος αξιοκατάκριτος μεμπτός αξιόμεμπτος ψεκτός κολάσιμος καταδικαστέος απαράδεκτος αθέμιτος ανάρμοστος ανεπίτρεπτος αξιόποινος ύποπτος παράτυπος έκνομος ανήθικος ανοίκειος ασυγχώρητος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συμπεριφορά του απέναντι στους συναδέλφους του κρίθηκε άκρως επιλήψιμη από τη διοίκηση.
  • Ο οικονομικός έλεγχος δεν διαπίστωσε τίποτα το επιλήψιμο στα βιβλία της εταιρείας.
  • Θεωρείται επιλήψιμο να χρησιμοποιεί κανείς τη θέση του για προσωπικό όφελος.
  • Παρά τις προσπάθειες των αντιπάλων του, δεν βρέθηκε κανένα επιλήψιμο στοιχείο στο παρελθόν του.