επιμηκύνω

ρήμα

1. Κάνω κάτι μακρύτερο σε διάσταση ή έκταση στο χώρο.

2. Αυξάνω τη χρονική διάρκεια μιας διαδικασίας ή κατάστασης· παρατείνω.

3. (γραμματική) Μετατρέπω βραχύ φωνήεν ή συλλαβή σε μακρόχρονη.

Συνώνυμα

μακραίνω παρατείνω επεκτείνω προεκτείνω μεγαλώνω βραδύνω ξεχειλώνω τεντώνω τραβώ διαιωνίζω διευρύνω διαστέλλω ξεμακραίνω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο χειρουργός κατάφερε να επιμηκύνει το κάτω άκρο του ασθενούς κατά τρία εκατοστά.
  • Η κυβέρνηση αποφάσισε να επιμηκύνει την προθεσμία υποβολής των φορολογικών δηλώσεων.
  • Με τη νέα ρύθμιση επετεύχθη να επιμηκυνθεί ο χρόνος αποπληρωμής του τραπεζικού δανείου.
  • Αν επιμηκύνεις αυτό το καλώδιο, θα φτάσει εύκολα μέχρι την απέναντι πρίζα.