ερήμωση

ουσιαστικό

1. Η πλήρης εγκατάλειψη ενός τόπου από τους ανθρώπους και η συνεπακόλουθη απώλεια του πληθυσμού του.

2. Η κατάσταση της εκτεταμένης καταστροφής, της λεηλασίας και της φθοράς που αφήνει πίσω της μόνο ερείπια.

Συνώνυμα

απερήμωση ρήμωση ρήμαγμα κατερείπωση αποπληθυσμός εγκατάλειψη καταστροφή αφανισμός ρημαδιό όλεθρος νέκρωση απομόνωση μοναξιά αποδεκατισμός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ερήμωση των ορεινών χωριών αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα δημογραφικά προβλήματα της περιφέρειας.
  • Μετά τον πόλεμο, οι ταξιδιώτες αντίκριζαν παντού εικόνες ανείπωτης καταστροφής και ερήμωσης.
  • Τον δεκαπενταύγουστο επικρατεί απόλυτη ερήμωση στους δρόμους της πρωτεύουσας.
  • Μετά τον ξαφνικό χαμό του συντρόφου της, βυθίστηκε σε μια ανυπόφορη ψυχική ερήμωση.