ερμηνευτής
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που εξηγεί, αναλύει ή αποσαφηνίζει το νόημα ενός κειμένου, λόγου, νόμου ή φαινομένου.
2. Καλλιτέχνης που αποδίδει ένα μουσικό έργο, τραγούδι ή θεατρικό ρόλο.
3. Πρόσωπο που μεταφράζει προφορικά από μία γλώσσα σε άλλη.
Συνώνυμα
εξηγητής εκτελεστής διερμηνέας σχολιαστής αναλυτής τραγουδιστής ηθοποιός υπομνηματιστής μεταφραστής αοιδός διασαφητής καλλιτέχνης υποκριτής δραγουμάνος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θεωρείται ένας από τους πιο ευαίσθητους ερμηνευτές της γενιάς του στο ελληνικό τραγούδι.
- Ο διαπρεπής καθηγητής υπήρξε βαθύς ερμηνευτής των αρχαίων φιλοσοφικών κειμένων.
- Ο ερμηνευτής του θεατρικού μονολόγου καθήλωσε το κοινό με την εκφραστικότητά του.
- Οι ερμηνευτές του Συντάγματος διχάστηκαν σχετικά με τη νομιμότητα της νέας διάταξης.