εσωτερικώς

επίρρημα

1. Στον χώρο που περικλείεται από όρια ή τοιχώματα, στο μέσα μέρος ενός κτίσματος ή αντικειμένου.

2. Στον ψυχικό ή πνευματικό κόσμο του ανθρώπου, ενδόμυχα.

Συνώνυμα

εσωτερικά εντός μέσα απόμεσα ενδόμυχα μύχια κατάβαθα εγχώρια ενδοκρατικά ενδοϋπηρεσιακά ενδοεταιρικά ενδογενώς ψυχικά πνευματικά βαθιά

Αντώνυμα

εξωτερικώς εξωτερικά εκτός έξω απέξω επιφανειακά επιφανειακώς εξωγενώς εξωστρεφώς διεθνώς

Παραδείγματα χρήσης

  • Το συγκεκριμένο διάλυμα προορίζεται αποκλειστικά για δερματική επάλειψη και δεν πρέπει να λαμβάνεται εσωτερικώς.
  • Το ιστορικό κτίριο διατηρήθηκε άθικτο στην πρόσοψη, αλλά αναδιαμορφώθηκε πλήρως εσωτερικώς.
  • Αν και προσπαθούσε να δείχνει απόλυτα ψύχραιμος, εσωτερικώς πάλευε με έντονο άγχος.
  • Το ζήτημα της πειθαρχικής ποινής εξετάστηκε και επιλύθηκε εσωτερικώς από τη διοίκηση της εταιρείας.