ευημερώ

ρήμα

1. Ζω με άνεση, αφθονία υλικών αγαθών και οικονομική ασφάλεια.

2. Βρίσκομαι σε κατάσταση γενικής προόδου, ανάπτυξης, ακμής και ψυχικής ή σωματικής ευεξίας.

Συνώνυμα

προοδεύω ακμάζω πλουτίζω ανθίζω αναπτύσσομαι προκόβω καλοπερνώ ευτυχώ καλοζώ θεριεύω μεγαλουργώ θάλλω βολεύομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σε περιόδους πολιτικής σταθερότητας, το εμπόριο και η οικονομία μιας χώρας ευημερούν.
  • Δούλεψε σκληρά σε όλη του τη ζωή για να μπορέσει η οικογένειά του να ευημερήσει.
  • Οι πολίτες επιθυμούν μια κοινωνία όπου όλοι έχουν ίσες ευκαιρίες να ευημερήσουν.
  • Όταν οι αριθμοί της οικονομίας καλπάζουν αλλά οι άνθρωποι υποφέρουν, δεν μπορούμε να πούμε πως ο λαός ευημερεί.