ευθυγραμμίζω
ρήμα1. Τοποθετώ αντικείμενα ή πρόσωπα πάνω στην ίδια ευθεία γραμμή, ισιώνω.
2. (Μεταφορικά) Συντονίζω, προσαρμόζω ή εναρμονίζω ενέργειες, απόψεις ή στρατηγικές ώστε να συμπίπτουν με έναν συγκεκριμένο στόχο ή πρότυπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
στραβώνω απορρυθμίζω αποσυντονίζω αποκλίνω διαφοροποιώ λοξοδρομώ αποπροσανατολίζω διασκορπίζω διαφωνώ
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να πάω το αυτοκίνητο στο συνεργείο για να ευθυγραμμίσω τους τροχούς.
- Η διοίκηση προσπαθεί να ευθυγραμμίσει τους στόχους των τμημάτων με τη νέα εταιρική στρατηγική.
- Ο γυμναστής ζήτησε από τους μαθητές να ευθυγραμμιστούν στην άκρη του γηπέδου.
- Οι δύο χώρες ευθυγράμμισαν την εξωτερική πολιτική τους απέναντι στη διεθνή κρίση.