ευπρεπώς
επίρρημα1. Με ευπρέπεια, αξιοπρέπεια και σεβασμό στους καθιερωμένους κοινωνικούς ή ηθικούς κανόνες συμπεριφοράς.
2. Με περιποιημένη, σεμνή και κατάλληλη για την περίσταση εξωτερική εμφάνιση ή παράσταση.
Συνώνυμα
κόσμια αξιοπρεπώς ευσχημόνως πρεπόντως σεμνά σεμνοπρεπώς ευπρόσωπα ευπροσώπως κομψά ευγενώς δεόντως καταλλήλως περιποιημένα ευτάκτως καθωσπρεπικά νοικοκυρεμένα σωστά ευσταλώς
Αντώνυμα
απρεπώς ανάρμοστα άσεμνα ακόσμως αναξιοπρεπώς ασχημόνως χυδαία πρόστυχα άκομψα ατημέλητα ξεδιάντροπα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι επισκέπτες του ναού παρακαλούνται να είναι ευπρεπώς ενδεδυμένοι.
- Παρά την ένταση της συζήτησης, κατάφερε να απαντήσει ευπρεπώς και με ψυχραιμία.
- Ο χώρος είχε διαμορφωθεί ευπρεπώς για να υποδεχθεί την αντιπροσωπεία.
- Οι μαθητές οφείλουν να συμπεριφέρονται ευπρεπώς καθ' όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης.