ευρηματικότητα
ουσιαστικό1. Η ικανότητα να επινοεί κανείς πρωτότυπες, έξυπνες και πρακτικές λύσεις για την αντιμετώπιση δυσκολιών ή προβλημάτων.
2. Η δημιουργική φαντασία και η πρωτοτυπία στην παραγωγή ιδεών, έργων τέχνης ή τεχνικών εφαρμογών.
Συνώνυμα
επινοητικότητα εφευρετικότητα πολυμηχανία δημιουργικότητα ευστροφία οξυδέρκεια πρωτοτυπία δαιμόνιο σπιρτάδα εξυπνάδα φαντασία μαστοριά επιδεξιότητα πρακτικότητα πονηριά
Αντώνυμα
ανεπινοησία στειρότητα ακαμψία στενοκεφαλιά αβελτηρία τετριμμένοτητα κοινοτοπία αμηχανία αμβλύνοια αδεξιότητα αδράνεια
Παραδείγματα χρήσης
- Χάρη στην ευρηματικότητα του μηχανικού, η βλάβη αποκαταστάθηκε με ελάχιστα μέσα.
- Το θεατρικό έργο εντυπωσίασε το κοινό με τη σκηνοθετική του ευρηματικότητα.
- Σε περιόδους κρίσης απαιτείται ψυχραιμία αλλά και μεγάλη ευρηματικότητα για να βρεθούν λύσεις.
- Επέδειξε αξιοθαύμαστη ευρηματικότητα καταφέρνοντας να οργανώσει την εκδήλωση χωρίς καθόλου προϋπολογισμό.