ευσυγκίνητος

επίθετο

1. Αυτός που συγκινείται εύκολα από συναισθηματικά ερεθίσματα, που νιώθει έντονα ψυχική φόρτιση ή τρυφερότητα.

2. Που χαρακτηρίζεται από ευαισθησία ή μαρτυρεί εύκολη συναισθηματική διέγερση.

Συνώνυμα

ευαίσθητος συναισθηματικός τρυφερόκαρδος πονόψυχος ψυχοπονιάρης πονιάρης συμπονετικός τρυφερός μαλακόκαρδος ευάλωτος ευπαθής ευεπηρέαστος ρομαντικός μελοδραματικός κλαψιάρης

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι τόσο ευσυγκίνητος που δακρύζει ακόμα και βλέποντας μια απλή τηλεοπτική διαφήμιση.
  • Η γιαγιά ήταν μια ευσυγκίνητη γυναίκα που δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα κλάματα στους αποχαιρετισμούς.
  • Παρά τη σκληρή εξωτερική του εμφάνιση, κρύβει μέσα του μια βαθιά ευσυγκίνητη ψυχή.
  • Οι πιο ευσυγκίνητοι από τους θεατές ξέσπασαν σε λυγμούς στο συγκλονιστικό φινάλε της παράστασης.