ευσυνείδητα
επίρρημα1. Με αυξημένο αίσθημα ευθύνης, συνέπεια, επιμέλεια και ακρίβεια κατά την εκτέλεση ενός καθήκοντος ή έργου.
2. Με ηθική ακεραιότητα, εντιμότητα και σεβασμό στις επιταγές της προσωπικής συνείδησης.
Συνώνυμα
υπεύθυνα συνειδητά επιμελώς ευόρκως φιλότιμα επιμελημένα προσεκτικά σχολαστικά έντιμα τίμια πιστά αφοσιωμένα αξιόπιστα μεθοδικά ακέραια άοκνα σωστά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εργάστηκε ευσυνείδητα σε όλη του τη σταδιοδρομία, κερδίζοντας την εκτίμηση όλων των συναδέλφων του.
- Ο γιατρός εκτέλεσε ευσυνείδητα το καθήκον του, φροντίζοντας τον ασθενή μέχρι την τελευταία στιγμή.
- Παρότι δεν υπήρχε επίβλεψη, τα παιδιά μελέτησαν ευσυνείδητα για το διαγώνισμα.
- Προσπαθεί πάντοτε να πράττει ευσυνείδητα, μένοντας πιστός στις ηθικές του αξίες.