ζυγίζω

ρήμα

1. Προσδιορίζω το βάρος ενός σώματος ή αντικειμένου χρησιμοποιώντας ζυγαριά.

2. Έχω συγκεκριμένο βάρος.

3. Εξετάζω προσεκτικά, εκτιμώ και αξιολογώ δεδομένα, συνέπειες ή επιλογές πριν από μια ενέργεια ή απόφαση.

4. Διατηρώ σε κατάσταση ισορροπίας.

Συνώνυμα

σταθμίζω ζυγοσταθμίζω κανταριάζω μετρώ υπολογίζω εκτιμώ αξιολογώ εξετάζω κρίνω ισοσταθμίζω ισορροπώ βαραίνω αναλογίζομαι μελετώ συνυπολογίζω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πρέπει να ζυγίσεις προσεκτικά το αλεύρι πριν το ρίξεις στο μείγμα.
  • Η βαλίτσα μου ζυγίζει περισσότερο από το επιτρεπόμενο όριο της πτήσης.
  • Πριν πάρεις μια τόσο σοβαρή απόφαση, οφείλεις να ζυγίσεις όλα τα ενδεχόμενα.
  • Πάντα ζύγιζε τα λόγια του για να μην προσβάλει κανέναν.