θεσμικός
επίθετο1. Που αναφέρεται στους θεσμούς ενός κράτους ή μιας κοινωνίας, πηγάζει από αυτούς ή σχετίζεται με τη λειτουργία τους.
2. Που είναι επίσημα και νομικά κατοχυρωμένος ή αναγνωρισμένος από την πολιτεία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάζονται ριζικές θεσμικές αλλαγές για την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας.
- Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας οφείλει να τηρεί αυστηρά τον θεσμικό του ρόλο.
- Το νέο θεσμικό πλαίσιο ρυθμίζει με σαφήνεια τα εργασιακά δικαιώματα.
- Οι θεσμικοί επενδυτές προχώρησαν σε μαζικές αγορές μετοχών στη σημερινή συνεδρίαση.