θριαμβευτικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με τον θρίαμβο, που αποτελεί ή συνοδεύεται από μεγαλειώδη νίκη, επιτυχία ή δόξα.
2. Που εκφράζει, φανερώνει ή προδίδει αίσθημα υπερηφάνειας, αγαλλίασης ή υπεροχής για ένα επιτυχημένο αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
νικηφόρος επινίκιος νικητήριος αποθεωτικός πανηγυρικός δοξαστικός διθυραμβικός περίλαμπρος ένδοξος μεγαλειώδης σαρωτικός λαμπρός επιτυχημένος υπερήφανος αγαλλιαστικός
Αντώνυμα
άδοξος ταπεινωτικός αποτυχημένος πανωλεθριακός καταστροφικός ηττοπαθής αποκαρδιωτικός οδυνηρός θλιβερός πένθιμος
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομάδα ολοκλήρωσε τη σεζόν με μια θριαμβευτική πορεία και κατέκτησε αήττητη το πρωτάθλημα.
- Μετά τη μεγάλη του επιτυχία στις εκλογές, πραγματοποίησε μια θριαμβευτική είσοδο στα κεντρικά γραφεία του κόμματος.
- Με ένα θριαμβευτικό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της, ανακοίνωσε σε όλους την προαγωγή της.
- Η πρεμιέρα της όπερας σημείωσε θριαμβευτική επιτυχία, κερδίζοντας το παρατεταμένο χειροκρότημα του κοινού.