ισοτιμία
ουσιαστικό1. Η σχέση ανταλλακτικής αξίας μεταξύ δύο διαφορετικών νομισμάτων.
2. Η κατάσταση κατά την οποία πρόσωπα, θεσμοί, τίτλοι ή πράγματα έχουν ίση αξία, ισχύ, δικαιώματα ή κύρος.
Συνώνυμα
ισοδυναμία ισαξιότητα ομοτιμία ισότητα αντιστοιχία παριτέ αντιστοίχιση ισοστάθμιση συμμετρία εξίσωση παραλληλία ισομοιρία αντιστάθμιση ισοζυγία
Αντώνυμα
ανισοτιμία ανισότητα ανισοδυναμία αναντιστοιχία διαφορά ανισομέρεια δυσαναλογία ασυμμετρία απόκλιση ετερότητα διάκριση
Παραδείγματα χρήσης
- Η ισοτιμία του ευρώ έναντι του δολαρίου κατέγραψε σημαντική άνοδο στις διεθνείς αγορές.
- Το συνδικάτο αγωνίζεται για την πλήρη ισοτιμία των εργασιακών δικαιωμάτων των συμβασιούχων με εκείνα των μονίμων.
- Κατέθεσε αίτηση στον αρμόδιο οργανισμό ζητώντας την αναγνώριση της ακαδημαϊκής ισοτιμίας του πτυχίου της.
- Οι συνεχείς διακυμάνσεις στις νομισματικές ισοτιμίες καθιστούν απρόβλεπτο το κόστος των εισαγόμενων πρώτων υλών.