κακή

επίθετο

1. Που στερείται ηθικών αρχών, μοχθηρή ή κακόβουλη στον χαρακτήρα ή στις προθέσεις.

2. Χαμηλής ποιότητας, ανεπαρκής, ελαττωματική ή άστοχη.

3. Που προκαλεί δυσφορία, θλίψη, βλάβη ή δυστυχία· δυσάρεστη ή επιζήμια.

Συνώνυμα

μοχθηρή κακόβουλη κακότροπη δόλια φαύλη ανήθικη άσχημη άθλια ελαττωματική σκάρτη δυσάρεστη δυσμενής αντίξοη επιζήμια βλαβερή ακατάλληλη άχρηστη ολέθρια πικρή

Αντώνυμα

καλή αγαθή καλόβουλη καλόκαρδη ενάρετη ποιοτική άριστη εξαιρετική ευχάριστη ευνοϊκή κατάλληλη ωφέλιμη

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν περίμενα ποτέ να δείξει τόσο κακή συμπεριφορά απέναντι στους συναδέλφους της.
  • Η ταινία είχε τόσο κακή ποιότητα εικόνας που δεν μπορούσαμε να τη δούμε.
  • Μας βρήκε μια πολύ κακή συγκυρία και αναγκαστήκαμε να αναβάλουμε το ταξίδι.
  • Η κακή διατροφή ευθύνεται συχνά για πολλά προβλήματα υγείας.