κακοήθεια

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή πράξη ανθρώπου που χαρακτηρίζεται από μοχθηρία, ανεντιμότητα, δολιότητα και πρόθεση να βλάψει.

Συνώνυμα

μοχθηρία κακεντρέχεια κακοβουλία κακία κακότητα ποταπότητα ατιμία δολιότητα αθλιότητα καρκίνος πανουργία νεοπλασία χυδαιότητα φθόνος βρωμιά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα σχόλια που έκανε για την προσωπική της ζωή ξεχείλιζαν από κακοήθεια.
  • Οι ιστολογικές εξετάσεις επιβεβαίωσαν, δυστυχώς, την ύπαρξη κακοήθειας στον πνεύμονα.
  • Χρειάζεται μεγάλη κακοήθεια για να διαδώσει κανείς τέτοια ψέματα για έναν συνάδελφο.
  • Η έγκαιρη διάγνωση είναι καθοριστικός παράγοντας για την αντιμετώπιση κάθε κακοήθειας.