κακοπροαίρετος
επίθετο1. Αυτός που διακατέχεται από κακή διάθεση, κακή πρόθεση ή δολιότητα απέναντι σε πρόσωπα ή καταστάσεις.
2. Αυτός που γίνεται ή εκδηλώνεται με εμπάθεια, υστεροβουλία ή διάθεση υπονόμευσης (για λόγια, ενέργειες ή κρίσεις).
Συνώνυμα
κακόβουλος κακόπιστος υστερόβουλος κακόψυχος δόλιος εμπαθής κακοήθης μοχθηρός καχύποπτος χαιρέκακος φθονερός πονηρός δύσπιστος δηκτικός στριμμένος
Αντώνυμα
καλοπροαίρετος καλόβουλος καλόπιστος ανυστερόβουλος άδολος καλόκαρδος καλόψυχος αγαθός ειλικρινής αγνός
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν περίμενα τόσο κακοπροαίρετη κριτική για ένα έργο που έγινε με τόση αγάπη.
- Είναι τόσο κακοπροαίρετος άνθρωπος που πάντα υποπτεύεται κρυφά κίνητρα πίσω από κάθε καλή πράξη.
- Μην είσαι κακοπροαίρετος, δεν το είπε με σκοπό να σε προσβάλει.
- Οι κακοπροαίρετες φήμες που διαδόθηκαν είχαν ως μόνο στόχο να βλάψουν την υπόληψή του.