καμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί καταστροφή, φθορά ή αλλοίωση από φωτιά ή υψηλή θερμοκρασία.
2. Που έχει μαραθεί ή νεκρωθεί από υπερβολικό ψύχος, παγετό ή χημική ουσία.
Συνώνυμα
καρβουνιασμένος κατακαμένος απανθρακωμένος πυρπολημένος καψαλισμένος τσουρουφλισμένος φρυγμένος καταστραμμένος ξεγραμμένος χαμένος καταδικασμένος κολλημένος πορωμένος λιωμένος παραψημένος μαραμένος παλαβός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τοπίο μετά τη φωτιά ήταν αποκαρδιωτικό, γεμάτο στάχτη και καμένα δέντρα.
- Ξέχασα το φαγητό στον φούρνο και έγινε εντελώς καμένο.
- Μετά από τέτοιο οικονομικό σκάνδαλο, θεωρείται πλέον καμένος πολιτικά.
- Είναι τελείως καμένος με το διαδίκτυο, κάθεται μπροστά στην οθόνη δεκαέξι ώρες την ημέρα.