καταδίωξη
ουσιαστικό1. Ενέργεια κατά την οποία κάποιος ακολουθεί με ταχύτητα και επιμονή ένα πρόσωπο ή όχημα με σκοπό να το προλάβει, να το συλλάβει ή να το εξουδετερώσει.
Συνώνυμα
κυνηγητό κυνήγι δίωξη διωγμός κατατρεγμός κυνήγημα παρακολούθηση επιδίωξη καταπίεση πογκρόμ παρενόχληση ιχνηλάτηση αναζήτηση εξόντωση πόλεμος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από μια θεαματική καταδίωξη στους δρόμους της πόλης, η αστυνομία κατάφερε να συλλάβει τους υπόπτους.
- Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του για να γλιτώσει από την πολιτική καταδίωξη του αυταρχικού καθεστώτος.
- Το σκάφος του λιμενικού ξεκίνησε αμέσως την καταδίωξη του ταχύπλοου των λαθρεμπόρων.
- Η αδιάκοπη καταδίωξη της επαγγελματικής επιτυχίας τού στέρησε πολύτιμες στιγμές με την οικογένειά του.