κατηφορίζω

ρήμα

1. Κινούμαι ή προχωρώ προς τα κάτω σε κεκλιμένο έδαφος ή κατηφόρα.

2. (για δρόμο ή μονοπάτι) Παρουσιάζω κλίση προς τα κάτω, έχω κατωφέρεια.

3. (μεταφορικά) Κατευθύνομαι προς τα νότια ή προς το κέντρο μιας περιοχής.

Συνώνυμα

κατεβαίνω κατέρχομαι καταβαίνω κατρακυλώ χαμηλώνω γέρνω κλίνω διολισθαίνω υποχωρώ ξεπέφτω καταπίπτω κατευθύνομαι πορεύομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί κατηφορίζει το στενό μονοπάτι για να πάει στον κήπο.
  • Ο δρόμος κατηφορίζει ομαλά μέχρι να φτάσει στην παραλία.
  • Το απόγευμα θα κατηφορίσουμε προς την πλατεία για να δούμε τους φίλους μας.
  • Μετά τις τελευταίες αποτυχίες, τα ποσοστά της ομάδας άρχισαν να κατηφορίζουν ανησυχητικά.