κατσάδα

ουσιαστικό

Έντονη και αυστηρή προφορική επίπληξη ή παρατήρηση που απευθύνεται σε κάποιον για σφάλμα, απροσεξία ή ανάρμοστη συμπεριφορά.

Συνώνυμα

επίπληξη κατσάδιασμα εξάψαλμος επιτίμηση μάλωμα χέσιμο λούσιμο κράξιμο παρατήρηση μομφή ψόγος μέμψη κατακεραύνωση βρισίδι τιμωρία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο διευθυντής τού έριξε μια γερή κατσάδα επειδή άργησε ξανά στο πρωινό ραντεβού.
  • Μετά την κατσάδα που άκουσε από τη μητέρα του, έτρεξε αμέσως να συμμαζέψει το δωμάτιό του.
  • Περίμενε να φάει κατσάδα για τη ζημιά στο αυτοκίνητο, αλλά ο πατέρας του αντέδρασε με ψυχραιμία.
  • Δεν άντεχε άλλο τις συνεχείς κατσάδες των προϊσταμένων του και αποφάσισε να παραιτηθεί.