κερδισμένος
επίθετο1. Αυτός που έχει επικρατήσει σε αγώνα, αναμέτρηση ή διαγωνισμό.
2. Αυτός που έχει αποκομίσει υλικό, ηθικό ή άλλο όφελος από μια κατάσταση ή ενέργεια.
3. Αυτό που έχει αποκτηθεί, εξασφαλιστεί ή εξοικονομηθεί χάρη σε προσπάθεια.
Συνώνυμα
ωφελημένος νικητής νικηφόρος ευνοημένος πλεονεκτών τυχερός θριαμβευτής αποκτημένος κερδίζων δικαιωμένος προνομιούχος ευεργετημένος εξασφαλισμένος θριαμβικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όποιος επένδυσε νωρίς στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας βγήκε τελικά κερδισμένος.
- Ο κερδισμένος του αποψινού τελικού θα κατακτήσει το πολυπόθητο τρόπαιο.
- Κάθε ώρα μελέτης πριν από τις εξετάσεις είναι κερδισμένος χρόνος.
- Από αυτή τη συμφωνία καμία από τις δύο πλευρές δεν ένιωσε ότι βγήκε λιγότερο κερδισμένη.