κι

σύνδεσμος

1. Φωνητική παραλλαγή του συμπλεκτικού συνδέσμου «και», που τίθεται κυρίως πριν από λέξεις που αρχίζουν από φωνήεν για τη σύνδεση όρων ή προτάσεων.

2. Επιτατικό ή προσθετικό μόριο που δηλώνει έμφαση, επανάληψη ή προσθήκη (επίσης, ακόμα).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ούτε μήτε ουδέ μηδέ αλλά όμως ωστόσο πλην παρά δίχως χωρίς

Παραδείγματα χρήσης

  • Ήρθε κι αυτός μαζί μας στην εκδρομή.
  • Έφαγε κι ήπιε με την ψυχή του στο γλέντι.
  • Κι όμως, κανείς δεν τον πίστεψε όταν είπε την αλήθεια.
  • Πέρασαν χρόνια κι ακόμα θυμάται εκείνη τη μέρα.