κλέβω
ρήμα1. Αφαιρώ από κάποιον αντικείμενα, χρήματα ή άλλη ιδιοκτησία χωρίς τη συγκατάθεσή του, μυστικά ή με χρήση βίας, για προσωπικό όφελος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δράστης κλέβει το πορτοφόλι από το τραπέζι.
- Οι χάκερ έκλεψαν προσωπικά δεδομένα από τη βάση δεδομένων.
- Η ηθοποιός κλέβει την παράσταση κάθε βράδυ.
- Με τα τραγούδια της έκλεψε τις καρδιές του κοινού.
- Μην κλέβεις λεπτά από τον ύπνο σου για να δουλεύεις περισσότερο.