κορδόνι
ουσιαστικό1. Λεπτό, μακρύ και εύκαμπτο πλέγμα από συνεστραμμένες κλωστές ή ίνες, που χρησιμοποιείται για το δέσιμο ενδυμάτων, υποδημάτων ή δεμάτων.
2. Διακοσμητική υφασμάτινη λωρίδα, σιρίτι ή γαλόνι ραμμένο σε στολές ή έπιπλα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έσκυψε να δέσει το κορδόνι του παπουτσιού του πριν ξεκινήσει το τρέξιμο.
- Τράβηξε το κορδόνι της κουρτίνας για να μπει περισσότερο φως στο σαλόνι.
- Ο γιατρός έκοψε προσεκτικά το ομφάλιο κορδόνι αμέσως μετά τον τοκετό.
- Πρόσεξε μην σκοντάψεις στο κορδόνι του φωτιστικού που κρέμεται πίσω από το γραφείο.