κοσμοπολίτικος

επίθετο

1. Που χαρακτηρίζεται από τη συνύπαρξη στοιχείων ή ανθρώπων από διάφορα μέρη του κόσμου, έχοντας διεθνή χαρακτήρα, αίγλη και πολυπολιτισμική ατμόσφαιρα.

Συνώνυμα

διεθνής πολυπολιτισμικός πολυεθνικός παγκόσμιος οικουμενικός διεθνιστικός διαπολιτισμικός κοσμικός ανοιχτόμυαλος εκλεπτυσμένος μοντέρνος

Αντώνυμα

επαρχιώτικος επαρχιακός τοπικιστικός στενόμυαλος περιχαρακωμένος κλειστός εσωστρεφής παρωπιδικός εθνικιστικός απομονωμένος

Παραδείγματα χρήσης

  • Η Μύκονος θεωρείται ένα από τα πιο κοσμοπολίτικα νησιά της Μεσογείου.
  • Μεγάλωσε σε ένα κοσμοπολίτικο περιβάλλον και έμαθε από νωρίς να σέβεται διαφορετικές κουλτούρες.
  • Η πρωτεύουσα απέκτησε έντονα κοσμοπολίτικο αέρα τα τελευταία χρόνια χάρη στα διεθνή φεστιβάλ τέχνης.
  • Οι κοσμοπολίτικες συνήθειές του φαίνονταν παράξενες στους συγχωριανούς του όταν επέστρεψε από το εξωτερικό.