κραυγαλέα

επίρρημα

1. Με τρόπο ολοφάνερο, εξόφθαλμο και αναμφισβήτητο, που προκαλεί άμεσα την προσοχή.

2. Με υπερβολική ένταση, κακογουστιά ή εκκωφαντικότητα, που ενοχλεί τις αισθήσεις.

Συνώνυμα

εξόφθαλμα κατάφωρα κραυγαλέως χτυπητά ολοφάνερα πασιφανώς πρόδηλα έκδηλα εμφανώς προκλητικά απροκάλυπτα φανερά έντονα φανταχτερά εκκωφαντικά εκτυφλωτικά

Αντώνυμα

ανεπαίσθητα διακριτικά δυσδιάκριτα αδιόρατα υποδόρια αφανώς κεκαλυμμένα συγκρατημένα ήπια μετρημένα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διαιτητική απόφαση ήταν κραυγαλέα άδικη και προκάλεσε την οργή των φιλάθλων.
  • Στον πίνακα κυριαρχούσαν έντονα, κραυγαλέα αντιτιθέμενα χρώματα που κούραζαν το βλέμμα.
  • Η αντίφαση ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις του αναδείχθηκε κραυγαλέα κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.
  • Ντύθηκε τόσο κραυγαλέα για την περίσταση, που τράβηξε αμέσως όλα τα επικριτικά βλέμματα.