κωλυσιεργώ
ρήμα1. Διεξάγω ή χειρίζομαι ενέργειες και διαδικασίες με τρόπο που παρατείνει τον χρόνο μέχρι την ολοκλήρωση, είτε από δισταγμό είτε από σκοπιμότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως κωλυσιεργώ όταν πρέπει να ξεκινήσω δύσκολες εργασίες.
- Ο υπάλληλος κωλυσιεργεί με την καθυστέρηση των εγγράφων.
- Η επιτροπή κωλυσιεργεί στην έγκριση του προϋπολογισμού, με αποτέλεσμα το έργο να καθυστερεί.
- Με τα συνεχή τεχνικά προβλήματα, κωλυσιεργούμε στην παράδοση των προϊόντων.
- Προσπαθώ να μην κωλυσιεργώ και να ολοκληρώνω τις υποχρεώσεις εγκαίρως.