λαμογιά

ουσιαστικό

1. Ανέντιμη, δόλια ή παράνομη ενέργεια, κυρίως οικονομικής φύσεως, με σκοπό το εύκολο ή αθέμιτο όφελος.

2. Συμπεριφορά ή τρόπος δράσης που διακρίνεται από αναξιοπιστία, καιροσκοπισμό και έλλειψη ηθικών φραγμών.

Συνώνυμα

κομπίνα απατεωνιά λοβιτούρα μπαγαποντιά απάτη λαδιά κατεργαριά βρωμοδουλειά ζαβολιά κόλπο αρπαχτή ανεντιμότητα πονηριά δολιότητα μηχανορραφία ραδιουργία διαφθορά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τον απέλυσαν αμέσως μόλις αποκαλύφθηκε η λαμογιά που είχε στήσει με τα τιμολόγια.
  • Δεν θέλω να ανακατευτώ σε αυτή τη δουλειά, γιατί όλη η ιστορία μυρίζει λαμογιά από μακριά.
  • Κατάφερε να πλουτίσει μέσα σε λίγα χρόνια κάνοντας συνεχώς λαμογιές στην πλάτη των συνεταίρων του.
  • Ο κόσμος έχει πλέον απαυδήσει από τη διαφθορά και τη γενικευμένη λαμογιά.