λαοκρατία

ουσιαστικό

1. Πολίτευμα στο οποίο η εξουσία ανήκει στον λαό και ασκείται από αυτόν ή προς όφελός του, κατ' ουσίαν η δημοκρατία με έμφαση στον λαϊκό χαρακτήρα.

2. Η πολιτική κυριαρχία και επικράτηση των λαϊκών στρωμάτων έναντι των προνομιούχων τάξεων.

Συνώνυμα

δημοκρατία λαϊκοκρατία ισοπολιτεία δημοκρατισμός κοινοπολιτεία ισονομία σοσιαλισμός κολεκτιβισμός οχλοκρατία

Αντώνυμα

ολιγαρχία πλουτοκρατία αριστοκρατία μοναρχία απολυταρχία δικτατορία τυραννία δεσποτεία αυταρχία στρατοκρατία ολοκληρωτισμός φασισμός φεουδαρχία

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κίνημα της Αντίστασης αγωνίστηκε με κεντρικό σύνθημα τη λευτεριά και τη λαοκρατία.
  • Στα μεταπολεμικά συντάγματα των ανατολικών χωρών, η λαοκρατία προβλήθηκε ως το ανώτερο στάδιο κοινωνικής οργάνωσης.
  • Η ουσιαστική λαοκρατία προϋποθέτει τη διαρκή συμμετοχή των πολιτών στα κοινά και όχι μόνο την ψήφο κάθε τέσσερα χρόνια.
  • Πολλοί διανοούμενοι της εποχής πίστευαν ότι το πέρασμα από την ολιγαρχία στη λαοκρατία ήταν ιστορικά αναπόφευκτο.