λιγότερο

επίρρημα

1. Σε μικρότερο βαθμό, ποσότητα, μέγεθος ή ένταση σε σχέση με κάτι άλλο (συγκριτικός βαθμός του επιρρήματος λίγο).

2. (Σε αριθμητικές πράξεις) Μείον, πλην, με αφαίρεση ορισμένης ποσότητας.

Συνώνυμα

έλασσον ήσσον μείον πλην μικρότερα κατώτερα χαμηλότερα υποδεέστερα λίγο ανεπαρκέστερα σπανιότερα αραιότερα φτωχότερα

Αντώνυμα

περισσότερο πλέον παραπάνω συν επιπλέον μείζον ανώτερα υψηλότερα πολύ εντονότερα συχνότερα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πρέπει να καταναλώνεις λιγότερο αλάτι για να προστατεύσεις την υγεία σου.
  • Η σημερινή εξέταση ήταν λιγότερο δύσκολη από την προηγούμενη.
  • Αν δουλέψεις λιγότερο από το κανονικό, θα μειωθεί ο μισθός σου.
  • Δέκα λιγότερο τέσσερα ισούται με έξι.