μέτοχος
ουσιαστικό1. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατέχει μία ή περισσότερες μετοχές ανώνυμης εταιρείας, έχοντας δικαίωμα σε κέρδη και στη λήψη αποφάσεων.
2. Αυτός που λαμβάνει μέρος σε μια δραστηριότητα, κατάσταση ή βίωμα· συμμέτοχος, κοινωνός.
Συνώνυμα
συμμέτοχος μετέχων μεριδιούχος κοινωνός συνιδιοκτήτης συνέταιρος συμμετέχων συνδικαιούχος επενδυτής συμπράττων συνυπεύθυνος συνεργός συνοδοιπόρος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ετήσια τακτική συνέλευση ενέκρινε τη διανομή μερίσματος σε κάθε μέτοχο της εταιρείας.
- Ως βασικός μέτοχος του ομίλου, έχει τον τελικό λόγο σε όλες τις στρατηγικές αποφάσεις.
- Αρνήθηκε κατηγορηματικά να γίνει μέτοχος σε μια τόσο ανήθικη συναλλαγή.
- Οι μικροί μέτοχοι εξέφρασαν την έντονη ανησυχία τους για την πορεία της μετοχής στο χρηματιστήριο.