μειονεκτικός
επίθετο1. Αυτός που βρίσκεται σε δυσμενή θέση ή υστερεί σε σύγκριση με άλλους, που στερείται πλεονεκτημάτων.
2. Αυτός που διακατέχεται από αίσθημα κατωτερότητας ή ανασφάλειας.
3. Αυτός που έχει ελαττώματα, ελλείψεις ή ατέλειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
πλεονεκτικός ευνοϊκός ανώτερος υπερέχων προνομιακός προνομιούχος επικρατέστερος ευνοημένος ισχυρός κυρίαρχος
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομάδα βρέθηκε σε μειονεκτική θέση μετά την αποβολή του κεντρικού αμυντικού.
- Ένιωθε διαρκώς μειονεκτικός απέναντι στους συναδέλφους του λόγω έλλειψης προϋπηρεσίας.
- Υπέγραψε τη συμφωνία υπό εξαιρετικά μειονεκτικούς όρους εξαιτίας των χρεών του.
- Το μειονεκτικό σύμπλεγμα που είχε από τα παιδικά του χρόνια τον εμπόδιζε να πάρει πρωτοβουλίες.