μηχανάκι

ουσιαστικό

1. Μικρό μηχανοκίνητο δίτροχο ή τρίτροχο όχημα με κινητήρα μικρού κυβισμού, σχεδιασμένο κυρίως για ατομική μετακίνηση και για σύντομες διαδρομές σε αστικό περιβάλλον.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης πήγε στη δουλειά με το μηχανάκι.
  • Ο ντελιβεράς παρέδωσε την παραγγελία με το μηχανάκι.
  • Το μικρό μηχανάκι που αγόρασε το παιδί ήταν κόκκινο.
  • Στο εργαστήριο υπάρχει ένα μηχανάκι για τον έλεγχο των εξαρτημάτων.
  • Η ομάδα είναι ένα πραγματικό μηχανάκι παραγωγής ιδεών.