μοναχικά
επίρρημα1. Χωρίς συντροφιά, παρέα ή βοήθεια από άλλους· κατά μόνας.
2. Σε κατάσταση απομόνωσης ή αποξένωσης από το κοινωνικό περιβάλλον.
3. Με τρόπο που χαρακτηρίζεται από ησυχία, ερημιά ή απόσυρση από την πολυκοσμία.
Συνώνυμα
μοναχικώς απομονωμένα απόμερα παράμερα ερημικά χωριστά αποτραβηγμένα ασκητικά ερημίτικα ξεμοναχιασμένα ακοινώνητα ιδιωτικά αυτόνομα ανεξάρτητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Περνάει τα απογεύματά του μοναχικά, διαβάζοντας βιβλία στο μπαλκόνι.
- Μετά τη συνταξιοδότηση επέλεξε να ζήσει μοναχικά σε ένα απομακρυσμένο ορεινό χωριό.
- Το παλιό ξωκλήσι στεκόταν μοναχικά στην κορυφή του λόφου.
- Προτιμά να ταξιδεύει μοναχικά, γιατί έτσι νιώθει μεγαλύτερη ελευθερία.