μονός
επίθετο1. (για αριθμό) Που δεν διαιρείται ακριβώς με το δύο· περιττός.
2. Που αποτελείται από ένα μόνο μέρος, τμήμα ή στρώση και δεν είναι διπλός.
3. Που είναι μόνος, μεμονωμένος, χωρίς ταίρι ή συντροφιά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα στον δακτύλιο κυκλοφορούν τα αυτοκίνητα με μονό αριθμό κυκλοφορίας.
- Στο ξενοδοχείο ζητήσαμε ένα δωμάτιο με δύο μονά κρεβάτια.
- Πόνταρε όλα του τα μάρκες στα μονά και κέρδισε στον τελευταίο γύρο της ρουλέτας.
- Έμεινε μονός και έρημος στον κόσμο μετά τον θάνατο των συγγενών του.