μορφώνω
ρήμα1. Παρέχω παιδεία, συστηματική εκπαίδευση και καλλιεργώ το πνεύμα ή το ήθος κάποιου.
2. Δίνω συγκεκριμένο σχήμα, δομή ή μορφή σε κάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπάθησε σκληρά σε όλη της τη ζωή για να μορφώσει τα παιδιά της και να τους προσφέρει εφόδια.
- Το σχολείο οφείλει όχι απλώς να μεταδίδει γνώσεις, αλλά να μορφώνει ολοκληρωμένους πολίτες.
- Με επιδέξιες κινήσεις των χεριών του, ο καλλιτέχνης άρχισε να μορφώνει τον άμορφο πηλό.
- Η επαφή με τις τέχνες και η ανάγνωση καλών βιβλίων μορφώνουν τον άνθρωπο σε βάθος.