μουδιά

ουσιαστικό

1. Φυλλοβόλο οπωροφόρο δέντρο με οδοντωτά φύλλα και εδώδιμους καρπούς (μούρα)· λαϊκή και διαλεκτική παραλλαγή της μουριάς.

2. Παροδική απώλεια της αίσθησης ή της κινητικότητας μέρους του σώματος, αίσθηση τσιμπημάτων ή βάρους· μούδιασμα.

Συνώνυμα

μουριά συκαμιά συκαμινιά μούδιασμα συκάμινος μορέα μουδιαμάρα νάρκη απονάρκωση νάρκωση αναισθησία παραισθησία ακινησία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Καθίσαμε το μεσημέρι να ξαποστάσουμε κάτω από την παχιά σκιά που έκανε η μουδιά.
  • Τα παιδιά σκαρφάλωσαν στα κλαδιά της μουδιάς για να κόψουν ώριμα μούρα.
  • Ένιωσε μια ξαφνική μουδιά στο δεξί του χέρι και δυσκολευόταν να κρατήσει το πιρούνι.
  • Παλαιότερα μάζευαν τα φύλλα από τη μουδιά για να ταΐζουν τους μεταξοσκώληκες.