μουτζούρα
ουσιαστικό1. Σημάδι ή λεκές από μελάνι, καπνιά, γράσο ή άλλη σκουρόχρωμη ουσία πάνω σε μια επιφάνεια.
2. Άτεχνο, ακανόνιστο σχέδιο, κακογραφία ή ακατάστατο σβήσιμο πάνω σε χαρτί.
3. Ηθικό στίγμα, αμαύρωση της υπόληψης ή της τιμής κάποιου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έριξε κατά λάθος το μελάνι και γέμισε το τετράδιο με μια τεράστια μουτζούρα.
- Τα χέρια του μηχανικού ήταν γεμάτα λάδια και μαύρες μουτζούρες.
- Αυτό το σκίτσο μοιάζει περισσότερο με παιδική μουτζούρα παρά με προσχέδιο πίνακα.
- Η εμπλοκή του στην υπόθεση άφησε ανεξίτηλη μουτζούρα στο όνομά του.