μπαλώνω
ρήμα1. Επιδιορθώνω φθαρμένο ύφασμα, ρούχο ή αντικείμενο τοποθετώντας μπάλωμα πάνω σε τρύπα ή σκίσιμο.
2. Βουλώνω ή κλείνω επιφανειακά και πρόχειρα άνοιγμα ή κενό σε επιφάνεια.
Συνώνυμα
μαντάρω επιδιορθώνω βουλώνω κουκουλώνω συγκαλύπτω διορθώνω επισκευάζω καλύπτω κλείνω ράβω σουλουπώνω τακτοποιώ διευθετώ καμουφλάρω μαστορεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γιαγιά μου μπάλωνε πάντα τις τρύπιες κάλτσες με προσοχή και υπομονή.
- Προσπάθησε να μπαλώσει τη γκάφα του με ένα αστείο, αλλά κανείς δεν γέλασε.
- Ο δήμος έστειλε επιτέλους συνεργείο για να μπαλώσει τις λακκούβες στον κεντρικό δρόμο.
- Με το έκτακτο βοήθημα καταφέραμε απλώς να μπαλώσουμε μερικές τρύπες στον οικογενειακό προϋπολογισμό.