μπαρουτοκαπνισμένος
επίθετο1. Που έχει μαυρίσει ή ποτιστεί από τον καπνό του μπαρουτιού.
2. Που έχει λάβει μέρος σε πολλές μάχες· εμπειροπόλεμος, βετεράνος.
Συνώνυμα
εμπειροπόλεμος ψημένος μπαρουτοκαμένος ατσαλωμένος σκληραγωγημένος δοκιμασμένος πολύπειρος βετεράνος παλαίμαχος πολεμισμένος περπατημένος τριμμένος ανθεκτικός πολεμοχαρής
Αντώνυμα
ακάπνιστος άπειρος άβγαλτος αδοκίμαστος αμάθητος πρωτάρης νεοσύλλεκτος αγύμναστος άμαχος χλωρός ευάλωτος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μπαρουτοκαπνισμένος καπετάνιος είχε επιβιώσει από δεκάδες σκληρές ναυμαχίες.
- Χρειαζόμαστε έναν μπαρουτοκαπνισμένο δικηγόρο που γνωρίζει άριστα τις παγίδες των δικαστηρίων.
- Οι μπαρουτοκαπνισμένες στολές των στρατιωτών μαρτυρούσαν την αγριότητα της πολύωρης μάχης.
- Ως μπαρουτοκαπνισμένος πολιτικός, δεν πτοήθηκε καθόλου από τις επιθέσεις και τις εντάσεις.