μπατίρης

ουσιαστικό

1. Άτομο που έχει μείνει χωρίς χρήματα, που στερείται οικονομικών πόρων· αδέκαρος, άφραγκος.

2. Αυτός που έχει χρεοκοπήσει ή υποστεί οικονομική καταστροφή.

Συνώνυμα

αδέκαρος άφραγκος απένταρος ρέστος ξεπαραδιασμένος μπατιρημένος φτωχός πτωχός άπορος πένης χρεοκοπημένος πτωχευμένος ξετιναγμένος ακτήμονας ρακένδυτος αναξιοπαθής ζητιάνος

Αντώνυμα

πλούσιος παραλής λεφτάς πάμπλουτος βαθύπλουτος εύπορος ευκατάστατος κροίσος μεγιστάνας έχων βολεμένος προνομιούχος

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχασε όλη του την περιουσία στα χαρτιά και κατάντησε μπατίρης.
  • Μην περιμένεις να σε κεράσει αυτός, είναι μονίμως μπατίρης.
  • Προς το τέλος του μήνα γινόμαστε όλοι μπατίρηδες μέχρι να πληρωθούμε.
  • Παντρεύτηκε έναν μπατίρη παρά τις έντονες αντιρρήσεις της πλούσιας οικογένειάς της.