μυστικοποίηση
ουσιαστικό1. Η απόδοση μυστηριώδους, ανεξήγητου ή υπερφυσικού χαρακτήρα σε ένα φαινόμενο, γεγονός ή πρόσωπο, συχνά με σκοπό την παραπλάνηση, τη συγκάλυψη της αλήθειας ή την πρόκληση δέους.
Συνώνυμα
συσκότιση μυθοποίηση συγκάλυψη απόκρυψη αποσιώπηση παραπλάνηση ιεροποίηση σκοταδισμός εξιδανίκευση παραποίηση κουκούλωμα θόλωμα
Αντώνυμα
απομυστικοποίηση απομυθοποίηση αποκάλυψη διαλεύκανση διαφάνεια διασάφηση εκλογίκευση φανέρωση διευκρίνιση εκλαΐκευση
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνεχής μυστικοποίηση των φυσικών φαινομένων από αρχαίες θρησκείες εμπόδιζε για αιώνες την ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης.
- Η σκόπιμη μυστικοποίηση των κρατικών δαπανών από την κυβέρνηση προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση της αντιπολίτευσης.
- Ο συγγραφέας στο έργο του επιχειρεί να διαλύσει κάθε μυστικοποίηση γύρω από την πολιτική εξουσία.
- Η υπερβολική μυστικοποίηση της προσωπικής του ζωής τροφοδότησε πλήθος ανυπόστατων φημών.