νηνεμία

ουσιαστικό

1. Πλήρης έλλειψη ανέμου, κατάσταση άπνοιας στην ατμόσφαιρα ή στη θάλασσα.

2. (μεταφορικά) Κατάσταση ηρεμίας, απουσία ταραχών, συγκρούσεων ή ψυχικής αναστάτωσης.

Συνώνυμα

άπνοια μπουνάτσα γαλήνη ηρεμία αταραξία ακυμανσία ησυχία σιγή κατασίγαση κατευνασμός ανάπαυλα ανακωχή καλμάρισμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Επικρατούσε απόλυτη νηνεμία και τα πανιά του ιστιοφόρου κρέμονταν εντελώς ακίνητα.
  • Η πρόσκαιρη νηνεμία στο πολιτικό σκηνικό δεν ξεγελά κανέναν, καθώς αναμένονται νέες εντάσεις.
  • Η ξαφνική νηνεμία πριν από το ξέσπασμα της καταιγίδας προκάλεσε έντονη ανησυχία στους κατοίκους του νησιού.
  • Αναζητούσε λίγες στιγμές ψυχικής νηνεμίας μακριά από τη βοή και το άγχος της μεγαλούπολης.