νοθεύω
ρήμα1. Προσθέτω ξένες, φθηνότερες ή κατώτερης ποιότητας ουσίες σε τρόφιμα, ποτά ή καύσιμα, αλλοιώνοντας τη σύσταση και τη γνησιότητά τους προς ίδιον όφελος.
Συνώνυμα
κιβδηλεύω αλλοιώνω παραποιώ παραχαράσσω πλαστογραφώ διαστρεβλώνω διαστρέφω αραιώνω πειράζω μαγειρεύω διαφθείρω μολύνω μιαίνω εκφυλίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πιάστηκε επ' αυτοφώρω να νοθεύει το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο με φθηνό σπορέλαιο.
- Οι παρατηρητές κατήγγειλαν σχέδιο της κυβέρνησης να νοθεύσει τη βούληση του λαού στις κάλπες.
- Αρκετοί πρατηριούχοι νοθεύουν τα καύσιμα για να αυξήσουν παράνομα τα κέρδη τους.
- Υπήρχε ο φόβος ότι τα ξενόφερτα στοιχεία θα νόθευαν τη λαϊκή παράδοση και την αυθεντικότητά της.