ντουλάπα

ουσιαστικό

1. Μεγάλο έπιπλο με φύλλα (πόρτες) και εσωτερικά ράφια, συρτάρια ή ράβδους για κρεμάστρες, που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη ρούχων, κλινοσκεπασμάτων ή άλλων αντικειμένων.

Συνώνυμα

ιματιοθήκη γκαρνταρόμπα ερμάρι ερμάριο ντουλάπι θηρίο ντερέκι γομάρι γίγαντας βεστιάριο σκευοθήκη βουνό θεριό κτήνος παλίκαρος

Αντώνυμα

νάνος νανάκι μινιατούρα σκελετός κουνούπι μυρμήγκι σπιθαμή καλόγερος κρεμάστρα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κρέμασε το καλό σου κοστούμι στη ντουλάπα για να μη σκονίζεται.
  • Ο πορτιέρης του νυχτερινού κέντρου ήταν μια ντουλάπα που δεν άφηνε κανέναν να περάσει.
  • Το σαββατοκύριακο πρέπει οπωσδήποτε να τακτοποιήσουμε τις ντουλάπες και να κατεβάσουμε τα χειμωνιάτικα.
  • Από τότε που ξεκίνησε την εντατική γυμναστική με βάρη, έχει γίνει ολόκληρη ντουλάπα.