ντουλάπα
ουσιαστικό1. Μεγάλο έπιπλο με φύλλα (πόρτες) και εσωτερικά ράφια, συρτάρια ή ράβδους για κρεμάστρες, που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη ρούχων, κλινοσκεπασμάτων ή άλλων αντικειμένων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κρέμασε το καλό σου κοστούμι στη ντουλάπα για να μη σκονίζεται.
- Ο πορτιέρης του νυχτερινού κέντρου ήταν μια ντουλάπα που δεν άφηνε κανέναν να περάσει.
- Το σαββατοκύριακο πρέπει οπωσδήποτε να τακτοποιήσουμε τις ντουλάπες και να κατεβάσουμε τα χειμωνιάτικα.
- Από τότε που ξεκίνησε την εντατική γυμναστική με βάρη, έχει γίνει ολόκληρη ντουλάπα.