ξεγύμνωμα
ουσιαστικό1. Αφαίρεση των ενδυμάτων από το σώμα· γύμνωση.
2. (Μεταφορικά) Πλήρης αποκάλυψη της πραγματικής φύσης, των αδυναμιών, των ελαττωμάτων ή των προθέσεων κάποιου· ξεμπρόστιασμα.
Συνώνυμα
απογύμνωση γύμνωμα γύμνωση ξεγύμνωση ξεγδύσιμο γδύσιμο ξεσκέπασμα ξεμπρόστιασμα αποκάλυψη φανέρωμα αποψίλωση έκθεση διαπόμπευση μάδημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ξεγύμνωμα του ασθενούς ήταν απαραίτητο για να προχωρήσει η ιατρική εξέταση.
- Η δημοσιογραφική έρευνα οδήγησε στο πολιτικό ξεγύμνωμα της διεφθαρμένης διοίκησης.
- Το απότομο ξεγύμνωμα των δέντρων από τον δυνατό άνεμο άλλαξε εντελώς το τοπίο.
- Το δημόσιο ξεγύμνωμα των ψεμάτων του τον ανάγκασε τελικά να παραιτηθεί.